Ο ελληνισμός της Κύπρου έχει πολύ βαθιές ρίζες στο νησί από την αρχαιότητα — κάτι που οφείλουν να μην ξεχνούν πολιτικοί και στρατιωτικοί στην Ελλάδα, οι οποίοι θεωρούν ότι «η Κύπρος κείται μακράν» και έχουν κόψει τον ομφάλιο λώρο που τον συνδέει με αυτήν. Οι πρώτοι άποικοι, κυρίως Μυκηναίοι Αχαιοί, εγκαταστάθηκαν στην Κύπρο και ίδρυσαν πόλεις-βασίλεια (αποικίες), Πάφος, Κίτιο, Σαλαμίνα κ.α. πριν από 3.000 χρόνια. Μετέφεραν εκεί την ελληνική γλώσσα, τα ήθη και έθιμα, το ελληνικό πάνθεο (Αφροδίτη, κλπ).
Η Κύπρος, το αβύθιστο αυτό αεροπλανοφόρο στην Ανατολική Μεσόγειο, παρόλο που διαδοχικά κατακτήθηκε από Ασσύριους, Πέρσες, Πτολεμαίους, Ρωμαίους, Βυζαντινούς, Φράγκους, Βενετούς, Οθωμανούς, Βρετανούς, δεν έχασε την ελληνικότητά της, και η ελληνική παρουσία στην Κύπρο από την αρχαιότητα είναι αδιάκοπη. Αδιάψευστος μάρτυρας, ότι ο ελληνισμός της Κύπρου είναι από τους αρχαιότερους και συνεχείς ελληνισμούς στην Ανατολική Μεσόγειο, είναι τα αρχαιολογικά ευρήματα, τα ελληνικά τοπωνύμια, και οι επιγραφές που δείχνουν την εδραίωση και τη συνεχή παρουσία του ελληνικού στοιχείου. Στην πρώτη Αθηναϊκή Συμμαχία, ο Κίμων και οι Αθηναίοι έπαιξαν ενεργό στρατιωτικό ρόλο στην Κύπρο, πολεμώντας υπέρ των ελληνικών πόλεων του νησιού και ενάντια στην Περσική Αυτοκρατορία.
Η Κύπρος στον Όμηρο.
Η Κύπρος εμφανίζεται στα Ομηρικά έπη, κυρίως, έμμεσα ή μέσα από αναφορές σε θεότητες και γεωγραφικά στοιχεία. Το «χρυσοπράσινο φύλλο ριγμένο στο πέλαγο» ήταν σημαντικό κέντρο λατρείας της Αφροδίτης, ιδιαίτερα στην Πάφο, κάτι που αντικατοπτρίζεται στις ομηρικές προσωνυμίες της θεάς. Η θεά συχνά αποκαλείται Κύπρις ή Κυπρογενής, δηλαδή «αυτή που προέρχεται από την Κύπρο». Αυτό αντανακλά την αρχαία παράδοση, ότι η θεά γεννήθηκε ή λατρευόταν ιδιαίτερα στο νησί.
Δυο μόνο αναφορές (από πολλές) του Ομήρου στην Κύπρο.
1). Όταν ο Πάρις μονομάχησε με τον Μενέλαο, η Αφροδίτη τον άρπαξε μέσα σε σύννεφο και τον μετέφερε στο δωμάτιό του. Η θεά, μετά, πήγε μεταμφιεσμένη στην Ελένη και της είπε.
«τὴν δ’ ἄρ’ ἔπειτα προσηύδα Κύπρις Διὸς θυγάτηρ·/ «δεῦρ’ ἴθι σ’ Ἀλέξανδρος καλέει οἶκόνδε νέεσθαι·/ κεῖνος ἐνὶ προδόμῳ καὶ δαιδαλέοισι λέχεσσιν /κάλλεΐ τε στίλβων καὶ εἵμασιν…» (Ραψωδία Γ).
«Τότε της μίλησε η Κύπρις1, η κόρη του Δία: “Έλα εδώ ο Αλέξανδρος (ο Πάρις) σε καλεί να πας στο σπίτι. / Βρίσκεται στο δωμάτιό του, στολισμένο κρεβάτι, / λαμπρός από την ομορφιά και τα ρούχα του…”».
2) Στην Οδύσσεια υπάρχει μια πιο άμεση αναφορά στην Κύπρο μέσω της Πάφου, που ήταν μεγάλο ιερό της Αφροδίτης.
«ἡ δ᾽ ἐς Πάφον ἵκετ᾽, ἔνθα τέ οἱ τέμενος βωμός τε θυήεις.» (Οδύσσεια, Ραψωδία θ).
(Και τότε πήγε στην Πάφο2 της Κύπρου, όπου βρίσκεται το ιερό και ο ευωδιαστός βωμός της).
Η ελληνική γλώσσα ως στοιχείο της ελληνικότητας της Κύπρου
Η ελληνική γλώσσα αποτελεί ένα από τα πιο θεμελιώδη και διαχρονικά στοιχεία της ελληνικότητας της Κύπρου. Λαλείτε στο νησί συνεχώς για περισσότερα από 3.000 χρόνια. από την αρχαία αρκαδοκυπριακή διάλεκτο μέχρι τη σύγχρονη κυπριακή ελληνική. Μέσα από την ελληνική γλώσσα διασώθηκαν στην Κύπρο η ελληνική παιδεία, η ορθόδοξη παράδοση, η λαϊκή και λόγια λογοτεχνία, αλλά και η ιστορική αυτοσυνείδηση του ελληνοκυπριακού πληθυσμού, ακόμη και σε περιόδους μακρόχρονης ξένης κυριαρχίας. Η κυπριακή διάλεκτος, ως ζωντανή μορφή της ελληνικής γλώσσας, δεν αναιρεί αλλά επιβεβαιώνει την ελληνικότητα, καθώς εντάσσεται στο σύνολο των ιστορικών ελληνικών διαλέκτων. Η Κύπρος είναι διαχρονικά πολυπολιτισμικός χώρος. Ωστόσο, για τον ελληνοκυπριακό πληθυσμό, η ελληνική γλώσσα είναι κεντρικός άξονας της εθνικής και πολιτισμικής ταυτότητας.
Στην Μυκηναϊκή περίοδο η Κύπρος ήταν κομβικό σημείο στην Ανατολική Μεσόγειο και συνέδεε τον ελληνικό κόσμο με την Μικρά Ασία (Ανατολία, τη Συρία), την Αίγυπτο κ.α.. Η Κύπρος ήταν (είναι) ελληνική όχι επειδή ανήκε πολιτικά σε κάποια πόλη-κράτος από την Ελλάδα, αλλά λόγω της γλώσσας, των εθίμων και του πολιτισμού των κατοίκων της.
Διαβάζοντας, και κατανοώντας την κυπριακή ιστορία, ξεδιπλώνεται μπροστά μας η ιστορία της νεότερης Ελλάδας απαλλαγμένη από τα εκάστοτε κυβερνητικά μυθεύματα και τις πολιτικές χαλκεύσεις. Η κυπριακή ιστορία λειτουργεί συχνά σαν καθρέφτης της νεότερης ελληνικής ιστορίας, αλλά χωρίς το φίλτρο της «εθνικά χρήσιμης» αφήγησης. Στην Κυπριακή ιστορία ξεδιπλώνονται, και φαίνονται καθαρότερα οι παρεμβάσεις των Μεγάλων Δυνάμεων, οι εσωτερικές διαιρέσεις στην Ελλάδα, ο ρόλος του κράτους και της Εκκλησίας, αλλά και τα όρια του εθνικισμού ως πολιτικής στρατηγικής. Η Κύπρος δεν είχε την πολυτέλεια της μυθοποίησης. Οι συνέπειες των επιλογών ήταν άμεσες και οδυνηρές, χωρίς δυνατότητα ωραιοποίησης εκ των υστέρων. Γι’ αυτό και η μελέτη της, απογυμνώνει αφηγήσεις που στην Ελλάδα παρουσιάζονται ως «μοιραία λάθη», «εθνικές τραγωδίες», ή απλώς αποσιωπώνται.
Η μελέτη της ιστορίας της Κύπρου μας αναγκάζει να δούμε τη νεότερη Ελλάδα όχι όπως θα θέλαμε να είναι, αλλά όπως πραγματικά λειτούργησε — όσο άβολο κι αν είναι αυτό. «Εθνικόν είναι το αληθές», κατά τη γνωστή ρήση του Δ. Σολωμού.
Ελληνικό έθνος, –Καποδίστριας
Ο Καποδίστριας υπολόγιζε τον ελληνισμό 9.000.000, και τον αντιλαμβάνονταν ως πολιτισμικό και ιστορικό σύνολο, και μέσα σ’ αυτό το σύνολο η Κύπρος κατείχε καίρια θέση. Ο Ιωάννης Καποδίστριας, μέσα στα όρια της διπλωματίας της Ιερής Συμμαχίας, δεν διεκδίκησε ανοιχτά ελληνικό κράτος, αλλά ουδέποτε αμφισβήτησε την ύπαρξη του ελληνικού έθνους ως ενιαίου και ιστορικά συνεχούς συνόλου. Ως Κυβερνήτης, ξεχώριζε το Ελληνικό έθνος από το μικρό ελληνικό κράτος το οποίο ιδρύθηκε. Ο Κυβερνήτης δεν έβλεπε τον ελληνισμό μόνο στην ηπειρωτική Ελλάδα. Πίστευε στον ελληνισμό ως ενιαίο πολιτισμικό και ιστορικό σώμα, αναγνώριζε ότι Έλληνες ζούσαν στην Κύπρο, στα Δωδεκάνησα, στα Ιόνια νησιά, στη Μικρά Ασία κ.α. Ο Καποδίστριας, ικανότατος διπλωμάτης, γνώριζε τα εμπόδια τόσο για την ίδρυση όσο και για την επέκταση του ελληνικού κράτους. Σκεπτόμενος ρεαλιστικά απέναντι στις υπάρχουσες δυνατότητες, δεν δημαγωγούσε, δεν ονειρεύονταν, και δεν προπαγάνδιζε άμεση ή ανεξέλεγκτη επέκταση. Αντίθετα, μιλούσε για «σύντομη εδαφική ανάπτυξη υπό κατάλληλες διεθνείς συνθήκες». Θεωρούσε, ότι η επέκταση θα έπρεπε να γίνει με τη στήριξη των Μεγάλων Δυνάμεων και χωρίς να κινδυνεύσει το νεοϊδρυθέν κράτος. Θεωρούσε, για παράδειγμα, ότι παρά την ιστορική ελληνικότητα της Κύπρου, στρατηγικά και διπλωματικά η ενσωμάτωση του νησιού στο Ελληνικό κράτος ήταν ανεφάρμοστη την χρονική εκείνη περίοδο. Ταυτόχρονα, υπογράμμιζε τη διατήρηση ιστορικού δεσμού με ελληνόφωνα εδάφη που δεν έλεγχε η νέα Ελλάδα.
Στην ουσία, η στάση του συνδέει την εθνική συνέχεια με τον ρεαλισμό. Αναγνώριση του ελληνισμού παντού, αλλά πρακτική διαχείριση στο παρόν. Η Κύπρος για τον Καποδίστρια είχε ελληνικό πληθυσμό: ήταν ομόθρησκος, ομόγλωσσος και είχε ελληνική παιδεία. Ήταν εκτός του ελληνικού κράτους, αλλά εντός του έθνους. Δεν ήταν, επομένως, «ξένη υπόθεση», αλλά μέρος του ίδιου πολιτισμικού σώματος.
Δυστυχώς, ύστερα από τη δολοφονία του Καποδίστρια, η αντίληψη αυτή χάθηκε. Όταν το ελληνικό κράτος άρχισε να ταυτίζει το έθνος με τον ελληνισμό που βρισκόταν εντός των συνόρων, η Ελλάδα εγκατέλειψε τον ευρύτερο ελληνισμό και, ενώ ιστορικά το Κυπριακό ζήτημα ήταν (ή έπρεπε να είναι) εσωτερική υπόθεση του ελληνισμού, ελληνικές κυβερνήσεις αντιμετώπισαν την Κύπρο ως «εξωτερικό» ζήτημα.
Μεγάλη Ιδέα –εγκατάλειψη της Κύπρου
Η Μεγάλη Ιδέα εκφράστηκε το 1844 από τον Ιωάννη Κωλέττη, χωρίς όμως να αποτελεί αποκλειστικά δική του σύλληψη. Ήταν ένα διαμορφωμένο εθνικό όραμα που συμμερίζονταν ευρύτερα στρώματα του ελληνικού λαού και της πολιτικής ηγεσίας που εξέφραζε την επιθυμία για απελευθέρωση και ένωση με την Ελλάδα όλων των ελληνικών πληθυσμών που ζούσαν υπό οθωμανική κυριαρχία. Το εδαφικό μοντέλο της Μεγάλης Ιδέας δεν περιοριζόταν μόνο σε συνεχόμενα εδάφη γύρω από το ελληνικό κράτος (Θράκη, Κωνσταντινούπολη, Μικρά Ασία) αλλά περιλάμβανε και περιοχές με έντονο ελληνικό στοιχείο, ακόμη και αν αυτές βρίσκονταν σε μεγαλύτερη απόσταση.
Η Κύπρος χωρούσε στο εδαφικό μοντέλο της Μεγάλης Ιδέας, καθώς θεωρούνταν τμήμα του ευρύτερου ελληνισμού λόγω της ελληνικής γλώσσας, της ορθόδοξης πίστης και της ιστορικής της ταυτότητας. Ωστόσο, η γεωγραφική απομόνωση της Κύπρου και οι διεθνείς ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο την κατέτασσαν στους μακροπρόθεσμους στόχους της Μεγάλης Ιδέας, και όχι στις άμεσες εδαφικές επιδιώξεις του ελληνικού κράτους. Την ίδια εποχή ενώ ο Μαυροκορδάτος και ο Κανάρης, έδιναν μεγαλύτερη έμφαση στην εσωτερική οργάνωση του κράτους και στη θεσμική του συγκρότηση, ο Κωλέττης χρησιμοποίησε τη Μεγάλη Ιδέα δημαγωγικά, για να ισχυροποιήσει την πολιτική του παρουσία.
Το 1922 τερματίζει την Μεγάλη Ιδέα.
Το 1922 με τη Μικρασιατική Καταστροφή κατέρρευσε και η Μεγάλη Ιδέα. Ο ελληνισμός ξεριζώθηκε από τη Μικρά Ασία χάνοντας την πολυκεντρικότητά του. Η Ελλάδα μπήκε στη λογική επιβίωσης κράτους, όχι έθνους. Στη συνέχεια, «ότι είναι εκτός συνόρων αντιμετωπίζεται σαν ξένο ζήτημα». Η διεκδίκηση της Κύπρου αντιμετωπίζεται σαν επικίνδυνη διεκδίκηση, γιατί είναι μακριά γεωγραφικά και υπό βρετανική κυριαρχία. Ο ελληνισμός της Κύπρου παύει να είναι εσωτερικό ζήτημα και γίνεται διπλωματικό ζήτημα τρίτων.
«Η Μεγάλη Ιδέα, όπως αρθρώθηκε και εργαλειοποιήθηκε από τον Κωλέττη, δεν αποτέλεσε απλώς ένα πολιτικό σφάλμα, αλλά μια στρατηγικά ανεύθυνη επιλογή, που υπέταξε τα εθνικά συμφέροντα σε βραχυπρόθεσμους πολιτικούς στόχους και διαμόρφωσε ένα επικίνδυνο πλαίσιο εξωτερικής πολιτικής. Δεν επρόκειτο για μια απλή λανθασμένη εκτίμηση, αλλά για μια πολιτική επιλογή που καλλιέργησε μύθους, υπερέβη τις αντοχές του κράτους και άφησε βαθύ αποτύπωμα στις εθνικές περιπέτειες που ακολούθησαν». Το τραγικό παράδοξο, είναι ότι ενώ με τη Μεγάλη Ιδέα (όπως εκφράστηκε από τον Κωλέττη) το κράτος επεκτάθηκε εδαφικά, ο ελληνισμός συρρικνώθηκε.
Ο αντικομουνισμός, σαν άσκηση πολιτικής.
Η μετεμφυλιακή περίοδος στην Ελλάδα χαρακτηρίστηκε από συστηματικές διώξεις πολιτών με αριστερά φρονήματα, έντονο αντικομμουνιστικό κλίμα και σημαντικούς περιορισμούς σε νομικά, κοινωνικά, και πολιτικά δικαιώματα οπαδών της Αριστεράς. Οι κομουνιστές στην Ελλάδα, κυριολεκτικά, ήταν άνθρωποι χωρίς δικαιώματα. Η παράταξη της Δεξιάς, στους κόλπους της οποίας είχαν στοιβαχτεί δωσίλογοι, ταγματασφαλίτες, Χίτες, γερμανοτσολιάδες, μαυραγορίτες και κάθε κατακάθι της δεκαετίας του 1940, τις διαδηλώσεις υπέρ της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα, απέδιδε σε … κομουνιστικό δάχτυλο.
Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ασκώντας έντονο αντικομουνισμό και εξυπηρετώντας ξένα συμφέροντα, σε βάρος των εθνικών συμφερόντων, περιόρισε σημαντικά τα περιθώρια άσκησης ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στο ζήτημα της αποαποικιοποίησης της Κύπρου — περιθώρια που είχαν αξιοποιηθεί προηγουμένως από τον Αλέξανδρο Παπάγο, προκαλώντας μεγάλη δυσαρέσκεια στους Άγγλο - Αμερικάνους. Παράλληλα, υπογράμμισε τον απόλυτο προσανατολισμό της χώρας προς τη Δύση («η Ελλάς ανήκει εις την Δύσιν», έλεγε), θεωρώντας ότι το Κυπριακό όφειλε να αντιμετωπιστεί στο πλαίσιο των στρατηγικών συμφερόντων της δυτικής συμμαχίας. Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα κατέληξε στην αποδοχή των Συμφωνιών Ζυρίχης Λονδίνου (1959), οι οποίες δεν προσέγγισαν το κυπριακό με όρους ιστορικής δικαίωσης, αλλά με γνώμονα τη στρατηγική διαφύλαξη των Άγγλο - Αμερικανικών επιδιώξεων στην Ανατολική Μεσόγειο, έδωσαν στην Τουρκία δικαιώματα στο νησί, ένα δυσλειτουργικό σύνταγμα με δικαίωμα βέτο στον Τουρκοκύπριο αντιπρόεδρο, κ.α.. (Σε άλλη ανάρτηση, θα αναλυθούν οι συμφωνίες αυτές).
Ο Ηλίας Ηλιού, μεγάλη μορφή της Αριστεράς, με την διορατικότητα που τον διέκρινε χαρακτήρισε τις συμφωνίες «Ανταλκίδειο ειρήνη», που παραπέμπει στην ειρήνη που επιβλήθηκε από τον Μεγάλο Βασιλέα της Περσίας, η οποία τελικά παρέδωσε ελληνικές πόλεις και περιοχές στους Πέρσες — μια ειρήνη που δεν ήταν πραγματική λύση αλλά οδυνηρός συμβιβασμός. Σήμερα, η Βόρεια Κύπρος βρίσκεται υπό τουρκική κατοχή, και η νότια κατακλύζεται από Ισραηλινούς αποίκους.
Συνεχίζεται.
Παναγιώτης Καλογιάννης, Στοκχόλμη Γενάρης 2026
- Η «Κύπρις» (Αφροδίτη) συνδέεται με την Κύπρο, που θεωρούνταν ιερό νησί της θεάς.
- Ο στίχος δείχνει, ότι ήδη στην ομηρική εποχή η Πάφος θεωρούνταν βασικό κέντρο λατρείας της Αφροδίτης.
ΥΓ: Θα ακολουθήσουν αναρτήσεις που θα εξετάζουν σημαντικά ιστορικά γεγονότα για το πολύπαθο νησί.